ΖΩΗ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ
Στο τρένο μέσα,
κάθομαι ευλαβικά
θαρρείς και βρίσκομαι στο γυναικωνίτη,
μιας εκκλησίας που μυρίζει σήψη.
Στο απέναντι κάθισμα,
βλέμμα πετρωμένο μέσα σε
πασπαλισμένο βλέφαρο
σκιάς χρώματος βιολετί.
Δίπλα μου νόμισμα σε ιδρωμένη
γεμάτη από φλέβες παλάμη.
Γύρω μυρωδιά φθηνού παριζιάνικου αρώματος
αγορασμένο απ’ την Αιόλου.
Το πήγαινε, έλα ζωή μου.
Κι εγω εμμονικά να σκέπτομαι
πόσο θα βαστάξει αυτό.
Έχεις τόσο χρόνο μέσα στο τρένο,
να σκεφτεις , να ονειρευτείς,
να αναρωτηθείς.
Κι ας υποκλίνεται το μυαλό στην τύχη,
στην λογική, στην ροή των οργίων.
Αδάμαστη η ζωή όπως κι ο θάνατος.
Μόνο να γνωρίζαμε.
Θα είχαμε θριαμβεύσει
και την τύχη θα χύναμε στη θάλασσα,
να ‘χουν τα ψάρια παιχνίδι.
Η ζωή που περιμένει το ζευγάρι
να κρατήσει στα χέρια του
και ύστερα,
όλα τ’ άλλα μάταια.
Δείξτε μου πως ζείτε,
εγώ δεν είμαι από ‘δώ.
Οι ενοχές παραληρούν,
πλεγμένες με ψιλό βελονάκι
χειμώνα σε κατάστρωμα πλοίου.
Κι όσο σκέπτομαι όλα αυτά
αριστερά μου ένα μωρό κλαίει.
Κοιτώ την μητέρα,
φορώντας το ομιχλώδες μου χαμόγελο.
Βυζαντινός σταυρός
με πέτρα κόκκινη σαν αίμα.
Μια φωνή αντηχεί
μέσα μου:
-Γούρι γούρι!
Φωνές σε γιορτινό τραπέζι,
καθώς το κρασί χύνεται σαν αίμα πηχτό.
Τάμα ξεχασμένο ήμουν,
σε χρωμοφόρα άνθη
κάτω απ’ το χώμα που πατώ.
Αναστασία Πελεκάνου

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου