Η ΚΟΥΚΛΑ
Απόψε έβγαλα τις μπαταρίες
της χειριστικής κούκλας,
που μου είχες χαρίσει
τότε που σβήναμε κεριά σε γενέθλια.
Της κούκλας
με τα τρία πρόσωπα.
Του φόβου,
της κακίας και του ειρωνικού γέλιου.
Τις έριξα μέσα στο κρασί μου,
να φύγει η σκουριά των χρόνων
και να τις μεθύσω θύμησες.
Μόνο το σαγόνι της κράτησα
για αντιστρές μπαλάκι.
Η ουσία στα χέρια μου τώρα
είναι φωτιά.
Η χειριστική κούκλα λιώνει αργά,
καθώς σφίγγω το μπαλάκι.
Λιώνει και χάνεται
μαζί με κάτι φθινοπωρινές πευκοβελόνες.
Στο ελάχιστο χθες.
Αναστασία Πελεκάνου

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου