ΣΚΟΤΑΔΙ
Δεν είναι πως δεν ήθελα,
ήταν απολύτως σκοτεινά.
Δεν έβλεπα να ξεχωρίσω
τα λευκά απο τα χρωματιστά.
Άναψα σπίρτο,
κι όσο μπόρεσα τα ξεδιάλεξα.
Τα έσπρωξα με το γόνατο
για να μπουν στο πλυντήριο.
Δεν χωρούσαν.
Είχα να ταίσω και τα σκυλιά.
Περίμεναν πίσω από τη πράσινη μάντρα.
Δεν ήταν πως δεν ήθελα,
αλλά δεν έβλεπα το μονοπάτι.
Άναψα σπίρτο,
πήγα σχεδόν κοντά στη μάντρα,
σκαρφάλωσα,
έσκισα το γόνατο μου
δεν είναι πως ήθελα,
δεν έβλεπα.
Επιστρέφοντας,
έμοιαζαν όλα καλά,
μα δεν έβλεπα
και τα σπίρτα τέλειωναν.
Έβγαλα τα κέρματα,
τα πέταγα στο πέτρινο μονοπάτι
το ένα πάνω στ'άλλο
άκουγα και προχωρούσα.
Έφτασα χωρίς σπίρτα ,
χωρίς κέρματα
και το πλυντήριο έτοιμο
για να απλώσω τα ρούχα.
Μα δεν έβλέπα.
Κι η ανάγκη που κλήθηκα
να καλύψω φως
ήταν γιατί βρισκόμουν
στη μέση του πουθενά
και δεν είχα που αλλού να πάω.
Ίσως οι περισσότεροι είχαν συμβιβαστεί
με την κατάσταση.
Εγώ όμως
όχι.
Αναστασία Πελεκάνου

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου